Tag: Θρήνος

Θρήνος

θρήνος ο [θrínos] Ο18 : 1. έκφραση βαθύτατου ψυχικού πόνου με κλάματα, κραυγές, οιμωγές κτλ.: Aκούγονται οι θρήνοι της από μακριά. Θρήνοι και κοπετοί. || Έγινε ~. (έκφρ.) ~, κλαυθμός* και οδυρμός. || Επιτάφιος* Θρήνος. 2. λόγος, συνήθ. έμμετρος, με τον οποίο εκφράζεται βαθύτατη θλίψη για κάποιο δυσάρεστο γεγονός: ~ της Kωνσταντινουπόλεως, ποίημα το οποίο θρηνεί την άλωση της Kωνσταντινουπόλεως από τους Tούρκους. Λαϊκοί θρήνοι, μοιρολόγια.

  • Ένας ποιητής, ακόμη και αν δεν έχει ποτέ του νιώσει λύπη, μπορεί να περιγράψει τον πόνο της καρδιάς και να γίνει πιστευτός. Όμως αυτός που αληθινά θρηνεί, δεν έχει την ευχέρεια να κάνει τον πόνο στίχο Σανσκριτικό γνωμικό
  • Καλύτερα να γελάνε εις βάρος σου, παρά να θρηνούν Άγνωστος
  • Μην θρηνείτε πως αυτό τελείωσε, αλλά χαμογελάστε γιατί αυτό έγινε Άγνωστος
  • Όσοι αναπνέουν πρέπει να υποφέρουν κι όσοι σκέπτονται πρέπει να θρηνούν. Ευλογημένος είναι μόνον εκείνος που δεν γεννήθηκε. Πράιορ Μ.
  • Τι σε ωφελούν οι θρήνοι όταν δεν μπορούν να σταματήσουν το κακό που σε βρήκε; Ευριπίδης

Θρήνος

Πέθανε ο Αγαπημένος Τραγουδιστής Γιάννης Φλωρινιώτης

Πέθανε ο Αγαπημένος Τραγουδιστής Γιάννης Φλωρινιώτης Ο Γιάννης Φλωρινιώτης ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους τραγουδιστές της ελληνικής μουσικής σκηνής. Με τον πραγματικό του όνομα Γιάννης Αποστολίδης, γεννήθηκε στις 15…