Tag: Απώλεια

απώλεια θηλυκό

  • το να χάσει κάποιος κάτι, το χάσιμο
    ενός αντικειμένου, η απώλεια της ισορροπίας
  • ο θάνατος ενός συγγενούς ή γενικότερα ενός σημαντικού ανθρώπου, ο χαμός
    η απώλεια του αγαπητού μας φίλου μάς έχει γεμίσει θλίψη
    • το αποτέλεσμα του θανάτου ενός σημαντικού προσώπου
      Ο θάνατος του Χ υπήρξε μεγάλη  για τα ελληνικά γράμματα
  • (στον πληθυντικό) οι νεκροί σε μία πολεμική σύγκρουση
    η μάχη έληξε με μεγάλες απώλειες και για τις δύο πλευρές
  • (χρηματιστήριο – στον πληθυντικό) η πτώση της τιμής μιας μετοχής
    η σημερινή συνεδρίαση έκλεισε με μεγάλες απώλειες για τον κλάδο των κατασκευών

Εκφράσεις

  • παράπλευρες απώλειες: στη γλώσσα της “διπλωματίας” οι απώλειες σε άμαχο πληθυσμό μετά από βομβαρδισμό κατοικημένων περιοχών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • απολεσθείς, τα απολεσθέντα, απόλεσα

Πέθανε ο Αγαπημένος Τραγουδιστής Γιάννης Φλωρινιώτης

Πέθανε ο Αγαπημένος Τραγουδιστής Γιάννης Φλωρινιώτης Ο Γιάννης Φλωρινιώτης ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους τραγουδιστές της ελληνικής μουσικής σκηνής. Με τον πραγματικό του όνομα Γιάννης Αποστολίδης, γεννήθηκε στις 15…